OK man, βγήκαν από την πόλη οι οχτροί.
Ο νέος προστάτης του πολίτη Chrisso Hoidi και οι σοσιαλιστικές δυνάμεις αποκατάστασης τάξης μετά από σκληρές μάχες κατέλαβαν το άντρο του κακού, μια πλατεία 400 τ.μ στο κέντρο της Αθήνας. Πλέον στα παγκάκια της οι μαρξιστές πολιτοφύλακες της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ελλάδας έχουν στο ένα χέρι το φραπέ και στο άλλο την ασπίδα, περιμένοντας υπομονετικά να ανέβει η αξία των γύρω ακινήτων. Περιχαρείς πολίτες ράβουν χακί κάλτσες και σωβρακοφανέλες παραλλαγής για τον δύσκολο χειμώνα και τις μοιράζουν στους στρατιώτες τραγουδώντας την Διεθνή.
Αυτά και άλλα χαζά μου πέρασαν από το κεφάλι καθώς έκανα βόλτα στο κέντρο, και ειδικά όταν πέρασα από την περιοχή των Εξαρχείων και μέχρι Ομόνοια και Αρχαιολογικό Μουσείο και παρατήρησα ότι στο κέντρο υπήρχαν μόνο αστυνομικοί (η αλήθεια είναι ότι υπήρχαν και εξίσου πολλοί πρεζάκηδες αλλά αυτό θα πάει σε άλλο post). Εντονότατη παρουσία παντού με συνεχή κίνηση, ποδοβολητά αλλά και με την τραγική ειρωνεία αφενός να μην τρέχει απολύτως τίποτα από πλευράς παραβατικότητας, αφετέρου να μην υπάρχει κοινό για να χειροκροτήσει το show. Βασικά έδιναν την αίσθηση ότι συμμετείχαν σε γύρισμα ταινίας που πραγματεύεται εισβολή εξωγήινων σε ένα εχθρικό περιβάλλον. Πώς να μην κοιτάει έκπληκτο εξάλλου την περίεργη περιοχή με τα τέρατα και τα αλλόκοτα συνθήματα στους τοίχους ένα παιδί, γιος cowboy από τα Γρεβενά, που του έδωσαν και καινούρια ρούχα και όπλα και αέρα. Από την άλλη, επίσης ειρωνικό, την ίδια στιγμή μου έτυχε να δω σε καφέ που βρίσκεται ακριβώς επάνω στην πλατεία, τρεις τύπισσες, τουλάχιστον 40, σε στυλ κλώνων της Μαρίζας Κωχ, να πίνουν επίσης το φραπέ τους ακούγοντας από τα ηχεία του μαγαζιού ”….I Fought the Law And The Law Won…”. και μάλιστα στην εκτέλεση των Bobby Fuller Four. Η ταινία τότε μετατράπηκε με μιας σε κωμωδία και συνέχισα τη βόλτα μου.
Θα θεωρούσα γραφικό όποιον αναρχικό ή χούλιγκαν ή εξωκοινοβουλευτικό ή μαρξιστή ή περίεργο ή εναλλακτικό ή ροκά ή ότι να’ναι, τρόφιμο ή εν γένει φαν του υποτιθέμενου άβατου , δεν είχε προβλέψει την εξέλιξη των πραγμάτων με την νέα διακυβέρνηση. Το Πανελλήνιο Κίνημα είχε πάντα εκείνη τη μοναδική ικανότητα να μαγεύει τα πλήθη. Η πιο εύκολη λύση αυτή την περίοδο για να ξεχάσει και ο δύσμοιρος ο αστός ότι τον κυβερνάει ένας 57χρονος, που τον καλούν ακόμα με το υποκοριστικό του, είναι να καθαρίσουν τα Εξάρχεια. Ανώδυνο, μάταιο, και σίγουρα εύγευστο παυσίπονο για έναν νεοέλληνα που τόσα χρόνια μαθαίνει από τον Hadji Niko, τον Traka και τον Pretederi πως υπάρχει μια πλατεία που δεν γεννά κανονικά παιδιά αλλά τέρατα βομβιστές, ενίοτε πράκτορες του εχθρού, που καίνε, σπάνε, ρημάζουν, τρώνε ωμό κρέας, έχουν μωβ μαλλιά, τρία ρουθούνια και πέντε πόδια. Το Κίνημα γνωρίζει κάθε φορά με τι είναι ψημένος ο κόσμος. Στο παρελθόν είχε πρώτο αντιληφθεί τις ανάγκες μας για συντάξεις αντιστασιακών ή για αυθαίρετα οικήματα, για νομιμοποίηση των εξωσυζυγικών σχέσεων, εφόσον βρισκόμαστε σε ιπτάμενο μέσο ή για απελευθέρωση της μπουζουκοκουλτούρας. Πιο μετά κατάλαβε πως πραγματικά θέλουμε να φουσκώσουμε με γυμναστήρια και με φράγκα από το χρηματιστήριο, να γίνουμε πολίτες του κόσμου που σιγοσφυράμε Άντζελα καθώς βολτάρουμε στις Βρυξέλλες, όχι σαν δούλοι αλλά σαν αφεντικά πλέον. Τώρα με νέα εξελιγμένη σύνθεση έχει καταλάβει πως οι ενέσεις φόβου άρχισαν να επιδρούν και κάνει το αυτονόητο: Μας ηρεμεί. Η ηρεμία εξάλλου είναι απαραίτητο στοιχείο για έναν άνετο ύπνο.
Καληνύχτα…
Καίγεσαι; Ψήφισε γρίπη!
”Ολόκληρη η ζωή των κοινωνιών, στις οποίες επικρατούν οι σύγχρονες συνθήκες παραγωγής, παρουσιάζεται σαν πελώρια συσσώρευση θεαμάτων. Ότι οι άνθρωποι ζούσαν άμεσα, έχει απομακρυνθεί και έχει γίνει αναπαράσταση.”
Έτσι ξεκινά ο Γκυ Ντεπόρ το πρώτο κεφάλαιο του έργου του ”Η Κοινωνία Του Θεάματος”. Και θα μου πεις γιατί κάποιος να ψαχουλεύει μέσα στη νύχτα τα βιβλία του για να μοστράρει δυο πιασάρικες ατάκες; Απλά το τελευταίο διάστημα με περιτριγυρίζουν τρεις λέξεις έτοιμες να με φάνε, αλλά ταυτόχρονα και με μια κανιβαλική συμπεριφορά μεταξύ τους. Αυτές είναι οι εξής: Γρίπη, Πυρκαγιά, Εκλογές. Η μια αποκαθηλώνει την άλλη κατά το δοκούν και ξανά όλες τους εμφανίζονται παντού μπροστά μου για να μου ζαλίσουν τον έρωτα, από τις πρωινές ώρες του γραφείου με τους συναδέλφους μέχρι τις μεσημεριανές του ραδιοφώνου και της blogoενημέρωσης και από τις βραδυνές της τηλε-ενημέρωσης έως τις πιο βραδυνές του ποτού μου. Με μια πρόσφατη ανάλυση που έκανα στην ταχύτητα, την ευκολία και την σειρά, που αποδομεί η μια έννοια την άλλη, βγάζω το εξής συμπέρασμα: Οι πυρκαγιές καίνε τη γρίπη και οι εκλογές αφήνουν εκτός βουλής τις πυρκαγιές. Κατ’ επέκτασιν και λίγο αυθαίρετα μπορούμε να πούμε και ότι οι εκλογές θεραπεύουν τη γρίπη.
Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς πως είναι δυνατόν κάτι, για το οποίο τόσο επισταμένα και έντονα έχουμε βομβαρδιστεί, να απαξιώνεται τόσο γρήγορα και μετά να μας πέφτει στο κεφάλι ένα άλλο πακέτο εικόνων για να εμπλουτίζεται εκ νέου κάθε φορά το θέαμα που έχουμε απέναντι μας ως πραγματικότητα. Και επιπλέον δεν μπορώ να κατανοήσω την απίστευτη ικανότητα που έχουμε ως κοινωνίες να ξεχνάμε παλιές και να συσσωρεύουμε συνεχώς νέες φοβίες. Δεν υποτιμώ τη νέα επιδημία, παρόλο που τα golden boys κάποιας εταιρείας ανοίγουν σαμπάνιες τώρα που τα λέμε. Ούτε οι φωτιές στα δάση της Αττικής είναι μικρό γεγονός αλλά έχω καθαρή τη συνείδηση μου, καθώς δεν ψάχνω στις αγγελίες για μεζονέτα στην κορυφή της Πεντέλης. Το ίδιο επιθυμώ και για εσάς και όταν το κάνουμε όλοι θα σταματήσουν και οι φωτιές (τουλάχιστον αυτές που δεν βάζουν οι αναρχικοί, οι κομμουνιστές, οι Εβραίοι, η N.D, οι Τούρκοι,το Pasok, οι Σκοπιανοί, οι εξωγήινοι και αυτά τα καθάρματα, οι Ισλανδοί, οι προαιώνιοι εχθροί του ελληνικού δάσους). Όσον αφορά τις εκλογές σίγουρα η υπερπροβολή τους δεν αποτελεί τον μπαμπούλα στη σκοτεινή γωνιά του σπιτιού της κοινωνίας του θεάματος αλλά μερικές φορές σκέφτομαι τον Engels που λέει ότι αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο, θα ήταν παράνομες. Το θέμα μου γενικά δεν είναι η ουσία των παραπάνω ζητημάτων αλλά ο μηχανισμός που τα θέτει ως προτεραιότητες έναντι των άλλων 2 ή 102 ζητημάτων που θα έπρεπε, ή θα μπορούσε, ή θα ήταν λογικό, ή πιθανό να μας απασχολούν.
Αυτό που ουσιαστικά με ξενερώνει είναι να βλέπω τον Giovanni Prete Deri, τον Nico Hadginico, τον Giorgio Traga και τους λοιπούς να αρχίζουν τις οβιδιακές τους μεταμορφώσεις και να μην σταματάνε. Η παράσταση τα έχει όλα. Από επιδημιολόγοι μέχρι σεισμολόγοι και από πυροσβέστες μέχρι μηχανικοί αεροσκαφών μασκαρεύονται κάθε βράδυ για να αναπαράγουν εικόνες και να τις στεριώσουν στην νέα πραγματικότητα μας. Και τα καταφέρνουν, όπως μπορεί να επιβεβαιώσει και το τσιγάρο μου, που κάθε πρωί κρυφακούει τα του κόσμου μας στο καπνιστήριο-μπαλκόνι στο χώρο εργασίας μου.
Και τελειώνει το πρώτο κεφάλαιο του ο Ντεπόρ λέγοντας:
”Το θέαμα είναι το κεφάλαιο που έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης, ώστε να γίνει εικόνα.”
Μουσικό Διάλυμα 4 (και όχι μόνο)
Δυστυχώς οι συναυλίες συνεχίζονται. Δεν θα ησυχάσουμε φέτος, όπως πάει. Στις 11 Σεπτεμβρίου οι Archive παίζουν στο θέατρο Badminton και τα live είναι το δυνατό τους σημείο. Αλλά τα ακόμα πιό σπουδαία είναι για το Νοέμβριο. Στις 6 του μηνός στο Gagarin το fanzine Belle Vue με το ετήσιο Athenaeum Cave που διοργανώνει, φέρνει τους Sonics για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Πρώιμο punk, ορισμό του garage, γνήσιο rock’n'roll, όπως και να το πει κανείς μέσα θα πέσει. Για τα γούστα μου μάλλον οδεύουμε για το πάρτυ της χρονιάς με τους πατέρες των Fuzztones, των Cramps, των Creeps και άλλων δικών μας ανθρώπων. Ανοίγουν οι υπέροχοι Frantic V και άλλα 2 εγχώρια γκρουπ της συνομοταξίας.
Τουρίστευε και μη ερεύνα.
Ήρθα φορτσάτος. Έχω πολλές εικόνες ακόμα στο μυαλό μου από το θερινό μου ταξίδι στα ανατολικά Βαλκάνια με προορισμό την Budva του Μαυροβουνίου και το Dubrovnik (ναι, τελικά δεν είναι μόνο συγκρότημα από την Αυστραλία) της Κροατίας. Θα παραθέσω τρεις:
- Τον τραγικά χτισμένο συνοριακό σταθμό Σκοπίων-Κοσσόβου, όπου ανάμεσα σε σταματημένα αμάξια από Γερμανία, Ελλάδα, Σκόπια και αλλού συνωστίζονταν γελάδια, αλογομούρηδες, ζητιάνοι, κυανόκρανοι, λοιποί μπαρουτοκαπνισμένοι λούμπεν τύποι και κοπέλες που έκαναν promotion εταιρίας κινητής τηλεφωνίας. Όλα αυτά σε ένα τοπίο που μύριζε θάνατο και μέσα από ένα αμάξι που εκείνη τη στιγμή τραγουδούσε ”Εδώ το τώρα ζητιανεύει λίγη πίκρα από το χθες…”.
- Η αντίθεση ανάμεσα στο πανέμορφο φυσικό τοπίο της χώρας και στην αναρχία που επέβαλλαν τα νέα αφεντικά του Μαυροβουνίου (ξενοδόχοι, κατασκευαστές και άλλοι μπίζνεσμαν και έμποροι) με την αστεία δόμηση της τουριστικής παραλιακής ζώνης. Σε λίγα χρόνια το Las Vegas θα μοιάζει αισθητικά με την Φλωρεντία μπροστά στη Budva και τις γύρω περιοχές. Μάλλον επιβεβαιώνονται οι γνωστές διαφορές ανάμεσα σε πλούσιους και νεόπλουτους. Στο Μαυροβούνιο μπούκαραν Ρώσοι και λεφτάδες από το πρώην ανατολικό μπλοκ, ενώ στην Κροατία τα αφεντικά είναι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι του δυτικού μπλοκ. Ο καπιταλισμός, ως γνωστόν, μπορεί να είναι είτε στιλάτος, είτε κιτς. Διαλέχτεεεεε….
- Η εκπληκτική ομοιότητα που έχουν οι γυναίκες από τη Σερβία,την Κροατία και το Μαυροβούνιο με τις Ελληνίδες στον τρόπο που μασάνε την τροφή τους. Παρατήρησα ότι και τα δυο είδη ανοιγοκλείνουν τη γνάθο τους όταν μασάνε. Σε όλα τα υπόλοιπα διαφέρουν και ιδιαίτερα σε ότι είναι μετρήσιμο με εκατοστά. Π.χ, απόσταση οπισθίων από το επίπεδο της θάλασσας, μήκος ποδιών, περιφέρεια, μέγεθος αυτοπεποίθησης και άποψης. Στα τρία τελευταία υπερτερεί το έθνος μας κατά πολλά εκατοστά.
Δεν θα συνεχίσω τις ταξιδιωτικές μαλακίες γιατί δεν είμαι ταξιδιώτης. Είμαι απλά ένας τουρίστας. Ο τουρίστας έχει χρονοδιάγραμμα επιστροφής, αγοράζει μαγνητάκια για το ψυγείο ή κρασί, τραβάει χιλιοτραβηγμένες φωτογραφίες, στέλνει δεκάδες sms, mms, mails, καρτ-ποστάλ για να δηλώσει ότι ”ναι, εγώ είμαι αλλού”, με άλλα λόγια δεν τον αλλάζει το ταξίδι, απλά του δημιουργεί θέματα συζήτησης και δυνατότητες δημιουργίας εντυπώσεων άμα τη αφίξει του. Ο ταξιδιώτης ακολουθεί γραμμική πορεία, είναι κυνηγημένος, πάει μπροστά από σημείο σε σημείο, μέχρι να βρει το σωστό λιμάνι και όταν γυρίσει πίσω, γιατί επιστρέφουμε όλοι πάντα και παντού, δεν έχει να πει τίποτα. Όπως λέει και το τραγούδι ”όσοι ζήσαν, δεν μιλήσαν”. Δεν υπόσχομαι να μην ξαναγράψω για κάποιο μελλοντικό ταξίδι μου. Την Α.Ε.Κ πολλοί ενίκησαν, την ματαιοδοξία ουδείς. Απλά θα προσπαθήσω όσο μπορώ να μεταδίδω εικόνες που θα απέχουν όσο γίνεται από την μίζερη οπτική του αποικιοκράτη επισκέπτη που σε 6-7 μέρες κατανοεί λαούς, κατακρίνει ή επιβραβεύει συμπεριφορές, πιέζεται να βρει διαφορές για να επιβεβαιωθεί ως μέρος ενός άλλου συνόλου ή ταυτίζεται με κάποιο μέρος φορώντας μπλουζάκια με τον θυρεό της όποιας πόλης και εντέλει αναπαράγει στερεότυπα. (Π.χ ” Στο Dubrovnik πάνε ζευγάρια και οικογένειες”. Παπάρια! Έχει απίστευτα μεγάλο αριθμό από γυναικοπαρέες και σίγουρα πολύ νεαρόκοσμο. Αλλά ας μην αρχίσω την παραγωγή νέων κλισέ.)
Συνιστώ το βιβλίο του Mattias Debureaux ”Η τέχνη του να γίνεσαι βαρετός με τις ταξιδιωτικές σου αφηγήσεις”. Και ελπίζω κάποια μέρα να γίνω ταξιδιώτης…
Λίγος καπνός ακόμα.
Σαν να άνοιξαν τα πνευμόνια μου τώρα που αναγκάστηκα να συχνάζω στο μπαλκόνι της εταιρείας που δουλεύω. 40 βαθμοί Κελσίου στο τσιμέντο ενός κτιρίου κάπου στο κέντρο και ο ήλιος, κατά το μεσημέρι, ακριβώς απέναντι από τη μουτσούνα μου και το τσιγάρο μου με έκαναν να σκεφτώ πιο καθαρά. Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία μου. Τα κατάλοιπα της καύσης ορυκτών καυσίμων που παράγουν οχήματα και βιομηχανίες, τα μεταλλαγμένα προϊόντα (Πάρτε μια γλυκιά ιδέα εδώ από κάποια παιδάκια του 11ου δημοτικού Καβάλας), τα εμβόλια που θα βαρέσω για όλες τις πανδημίες που δεν υπήρξαν και τις υπόλοιπες που δεν θα υπάρξουν, ο κλεμμένος και απλήρωτος χρόνος που δεν με αφήνει να αθληθώ, αν βρεθεί ελεύθερος χώρος, τα καμένα δέντρα γύρω από την πόλη (Μα πρέπει και οι φυσικοί απόγονοι των ένδοξων πασοκοeighties να χτίσουν την μονοκατοικία τους, την ιδιοκτησία τους ντε, να σπιτώσουν την κυρά τους) και μύρια άλλα, που πιθανώς δεν έχουν την μορφή καπνού, δεν βλάπτουν την υγεία μου. Ή τουλάχιστον δεν υπάρχει εκ των άνω το ίδιο πολεμικό ενδιαφέρον.
Ποια είναι τελικά τα κριτήρια που επιλέγεται για το ποιος θάνατος είναι αποδεκτός σε συστημικό και παγκοσμιοποιημένο επίπεδο και ποιος όχι; Η αντικαπνιστική υστερία και γενικότερα όλο το πλέγμα των απαγορευτικών πολιτικών μήπως σημαίνει απλά την παραδοχή ότι μετά από τόσους αιώνες προόδου ο σεβασμός δεν κατακτήθηκε ακόμα από κοινωνίες και άτομα; Αναλυτικότερα, χρειάζεται ακόμα να καίμε στην πυρά τον κάθε μαλάκα σαν εμένα που πετάει τον καπνό του στη μούρη του άλλου και δεν προσπαθούμε ή προσπαθήσαμε ποτέ να τον διαπαιδαγωγήσουμε ότι κάτι τέτοιο απλά δεν πρέπει να συμβαίνει; Τελικά, είναι περισσότεροι οι υστερικοί τύποι με τις ευαίσθητες μύτες ή οι καπνιστές που δεν σέβονται τους γύρω; Εγώ πάντως, ως καπνιστής, πάντα σεβόμουν τον περίγυρο μου και σίγουρα έχω στο μυαλό μου να το κόψω το γαμημένο γιατί υπάρχει πάντα αυτή η πιθανότητα να με σκοτώσει. Οι της άλλης παιδείας μετέχοντες είχαν πάντα τόσο ευαίσθητες μύτες ή της απέκτησαν τώρα που το status quo δοκιμάζει κοινωνικές αντοχές,μετράει αντανακλαστικά και εντατικοποιεί την lifestyle προπαγάνδα του, μουρμουρίζοντας ”αν περάσει αυτό, θα περάσουν και τα επόμενα”.
Για άλλες διώξεις και σε άλλες εποχές ο Μπρεχτ έγραψε:
Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους, δεν διαμαρτυρήθηκα, γιατί δεν ήμουν Εβραίος.
Όταν ήρθαν για τους κομμουνιστές δεν φώναξα, γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής.
Όταν κατεδίωξαν τους τσιγγάνους, ούτε τότε φώναξα, γιατί δεν ήμουν τσιγγάνος.
Όταν έκλεισαν το στόμα των Ρωμαιοκαθολικών που αντιτάσσονταν στο φασισμό,
δεν έκανα τίποτα γιατί δεν ήμουν καθολικός.
Μετά ήρθαν να συλλάβουν εμένα,
αλλά δεν υπήρχε πια κανείς να αντισταθεί μαζί μου …
Δεν κάνω κουτές συγκρίσεις, ούτε κινδυνολογώ, ούτε θεωρώ το ζήτημα του καπνίσματος το ύστατο πεδίο αντιπαράθεσης δυναστών και καταπιεζόμενων (Δυστυχώς κάθε μέρα μπορεί να δίνει μάχες κάποιος αν θέλει, ακόμα και με τον εαυτό του). Αλλά, για να το δούμε ακόμα πιο χαλαρά το να πλήττονται εκφάνσεις της ζωής όπως η jazz, το blues, ο ελληνικός καφές, το τέλος ή το διάλλειμα της σεξουαλικής δραστηριότητας, η εικόνα της Dietrich και του Bogart, το πόκερ και το ένα ακόμα ποτό, το τελευταίο τέταρτο σε ένα ισόπαλο ματς ή ο συγγραφέας πάνω στη γραφομηχανή του, το να ανάβεις το τσιγάρο στην ωραία απέναντι ή στον εαυτό σου, όταν έκανες σκοπιά και όλα τα άλλα, τα πλήρη καπνού, δεν νομίζω οτι κάτι τέτοιο θα λύσει δα και το πρόβλημα της παγκόσμιας θνησιμότητας. Το πολύ πολύ να βοηθήσει κάπως στην αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης.
Μουσικό Διάλυμα 3
Την Τετάρτη 22 Ιουλίου στο Φλοράλ γίνεται από τον Γιώργο Ίκαρο Μπαμπασάκη και τον Θανάση Μήνα η παρουσίαση της νέας κυκλοφορίας του κόμικ του Reinhard Kleis. Εσείς οι 10-15 συγγενείς, φίλοι και γνωστοί που έχετε την ανωμαλία να με διαβάζετε καθώς και οι άλλοι τόσοι που μάλλον κατά λάθος θα βρίσκεστε εδώ τώρα θα λέτε: ” Στα παπάρια μου…Τι την είδε αυτός τώρα; Βιβλιοκριτικός;” Πριν όμως γυρίσετε στα αγαπημένα μας site με την πιστή αναπαράσταση της αναπαραγωγικής διαδικασίας να σας ενημερώσω ότι ο τίτλος του έργου είναι ”Johnny Cash” και αφορά, όπως μπορείτε να ψυχανεμιστείτε, στη ζωή του λαϊκού τραγουδιστή. Ακολουθεί πάρτυ με τις μουσικές του και με λοιπά rock’n'roll και country rock καλούδια από τον DJ Cpt_Steel. Μάλλον είναι από τις τελευταίες ενδιαφέρουσες μουσικές εκδηλώσεις στην Αθήνα πριν από τα μπάνια του λαού στη Μύκονο και στη Χαλκιδική και μέχρι το Σεπτέμβρη που θα ξαναρχίσουν τα διάφορα δρώμενα. Δικό του, λοιπόν, το σημερινό διάλυμα…
Σιέστα Επαναστατών.
Σέχτα Επαναστατών η ονομασία αυτής. Ας ξεκινήσουμε από το όνομα. Λάθος τακτική για να κρίνεις έναν άνθρωπο (Ποία ρώτησαν για να βαφτίσουν Σουλτάνα άραγε;). Μάλλον σωστή για να αξιολογήσεις κάποια οργάνωση που επιχειρεί θεαματικές ενέργειες για να τραβήξει την προσοχή. Ο όρος σέχτα αναφέρεται σε ομάδες (θρησκευτικές ή πολιτικές) που αποσχίζονται από κάποιον κυρίως κορμό ακολουθώντας διαφορετικό τυπικό και συνήθως λειτουργούν έχοντας την πεποίθηση ότι μόνο αυτές κατέχουν την απόλυτη αλήθεια σε σχέση με το κυρίως θρησκευτικό ή πολιτικό σώμα (Δες εδώ). Κατά βάση σέχτες χαρακτηρίζονται αποσχίσεις που ακολουθούν πιο δογματικό και μάλλον πιο ακραίο δρόμο. Σαν έννοια είναι φορτισμένη αρνητικά (υπάρχουν και τέτοιες λέξεις, όπως το ουσιαστικό σκατά ή το όνομα Mavroudis Voridis) και συνήθως δεν επιλέγεται από αυτόν που την φέρει. Χρησιμοποιείται περισσότερο σαν κατηγορία από τον αρχικό κορμό προς τους αποσχισθέντες, σαν βρισιά (Άπειρες οι φορές που έχουμε ακούσει στο γήπεδο την έκφραση ”Ρε σεχταριστή διαιτητή τι είναι αυτά που σφυράς;”). Π.χ το Κ.Κ.Ε Μ.Λ αν επέλεγε στα βαφτίσια του ως όνομα το ‘Σέχτα του Κ.Κ.Ε Νο 3′ μάλλον θα καταντούσε περίγελος τουλάχιστον κατά την νεοελληνική μαρξιστική ηθική, καθώς αυτή πρώτη επιβάλλει την απόδοση της έννοιας- κατηγορίας ‘σεχταριστής’ σε όλους τους γύρω μας, πάντως όχι στον εαυτό μας. Είναι σαν να χρησιμοποιεί κάποιος την εθνική προσφώνηση για τον εαυτό του και να βγει με ντουντούκα και να βροντοφωνάξει “ΕΙΜΑΙ ΜΑΛΑΚΑΣ”. Εν ολίγοις και στο θέμα μας η έννοια σέχτα ως αυτοπροσδιορισμός στερείται σοβαρότητας, δεν προσδίδει θέση για το όποιο ζήτημα πραγματεύεται, παρά μόνο άρνηση και αφήνει ξεκάθαρα να φανεί ένας έρως προς την αντίδραση και τη συντήρηση, καθώς το δεύτερο συνθετικό της πρόσφατης σέχτας που μας βρήκε, δηλαδή οι επαναστάτες, άρα η Επανάσταση εμφανίζεται σαν το άρρωστο σώμα που γεννά τέτοια παιδιά. Τέλος μου δημιουργείται το εξής ερώτημα : Η συγκεκριμένη σέχτα είναι απλά μια ομάδα στόκων που άφησε την πλατεία και τις μπύρες και αποφάσισε να ασχοληθεί με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, εντελώς τυχαία μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη ή μήπως κάποιοι νομίζουν ότι ο νεοέλληνας δεν έχει φοβηθεί αρκετά με τους μετανάστες και θέλουν να του βάλουν και λίγους μπαμπούλες παραπάνω;
Μετά το όνομα, την μορφή ας δούμε το περιεχόμενο. Αυτό εμφανίζεται στις προκηρύξεις της οργάνωσης. Ενδεικτικά μερικές προτάσεις που ψάρεψα από τι διαδίκτυο: ”η ζωή κάθε μπάτσου κοστίζει όσο μια σφαίρα”, ”όπως και τα ντόνατς που τρώνε, έτσι κι αυτοί δεν είναι ωραίοι χωρίς μία τρύπα στη μέση”, ”o καιρός που ήσασταν στο «απυρόβλητο» τελείωσε. Δεν αναφερόμαστε στους τεχνικούς του καναλιού. Όχι γιατί τους συμπαθούμε, αλλά αφού είναι τόσο ελεεινοί και τιποτένιοι που για λίγα φράγκα ξεπουλάνε τη συνείδηση τους και γίνονται τα τσιράκια των αρχιρουφιάνων”. Με μια πρώτη ανάγνωση αυτό που βλέπω είναι έναν χουλιγκάνο, που απέτυχε να πάρει το απολυτήριο από το τεχνικό λύκειο, το έριξε στους μπάφους και στις ταινίες με τον Clint Eastwood και κάποιοι, όπως μας παρουσιάζεται στο σενάριο, τον πήραν τελικά στη δούλεψη τους και τον έκαναν φονιά. Αυτό που δεν μπόρεσαν να τον μάθουν είναι να συντάσσει μια αξιοπρεπή προκήρυξη εξτρεμιστικής ”επαναστατικής” οργάνωσης είτε αριστερής, είτε αναρχοαυτόνομης, είτε θρησκευτικής τελοσπάντων. Μερικά κλισέ περί αλληλεγγύης για την εργατική τάξη και λοιπών εργαζομένων καθώς και λίγο πιο ευγενικό λόγο μπας και πειστεί και ο λαός νομίζω πως θα ήταν απαραίτητα. Αν ήταν δυνατόν να μην αναπαράγονται και στερεότυπα χολυγουντιανής κατασκευής και προελεύσεως ακόμα καλύτερα. Ας μην αναλύσουμε επιπλέον τον ξεκάθαρα απολιτίκ χαρακτήρα των κειμένων τους γιατί είναι και της μόδας εξάλλου σαν τους Οικολόγους Πράσινους και τις πιασμένες ξαπλώστρες σε καιρό εκλογών. Δεν ειρωνεύομαι. Πραγματικά πιστεύω πως μια πιο προσεγμένη διατύπωση θα είχε πετύχει να φοβίσει όχι μόνο τους νοικοκυραίους αλλά και κόσμο από το αριστερό φάσμα. Ψυχωτικοί καουμπόηδες φονιάδες με στιβαρό μαρξιστικό θεωρητικό υπόβαθρο θα ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία στον καιρό του Markogiannaki, του ουφολόγου Velo Poulo και λοιπών. Θα τους έλυνε τα χέρια. Ακόμα και ο Giorgio Autia θα σταματούσε να τους ψήνει τον καφέ στο καθημερινό πρωινό τους πάρτυ. Δεν θα υπήρχε λόγος να μας τους μοστράρουν πια. Το γκολ θα είχε μπει με σέντρα από αριστερά. Ή έτσι θα φαινόταν τουλάχιστον.
Μετά τη μορφή και το περιεχόμενο σειρά έχει το νόημα. Αυτό μπορεί να αναζητηθεί μόνο με μια ερώτηση: Ποιός κέρδισε και κατά συνέπεια ποιός έχασε από το τελευταίο δολοφονικό τους χτύπημα στα Πατήσια; Την απάντηση μπορεί να την δώσει ο καθένας στον εαυτό του αν μπορεί στο ελάχιστο να δει αλλαγές που συντελούνται και εξελίξεις που έρχονται. Σίγουρα ο πρώτος που έχασε ήταν ο αστυνομικός και η οικογένεια αυτού του ανθρώπου που απλά σηκώθηκε από το κρεβάτι του για να πάει να πιάσει δουλειά. Για τους υπόλοιπους κερδισμένους ή χαμένους ο χρόνος θα δείξει, ή ίσως οι επόμενες εκλογές. Μακάρι πάντως οι δράστες να είναι κάποια παρανοϊκά παραπροϊόντα του συστήματος ή της κοινωνίας ή της εποχής και να τιμωρηθούν για ότι κάνουν, αλλά κάτι με κάνει να νομίζω δεν έχουν ολοκληρώσει ακόμα την αποστολή τους και δυστυχώς θα τριγυρνάν ανάμεσα μας για λίγο καιρό.
Συναυλίες Καλοκαίρι 2009.
Καλά πάει και αυτό το καλοκαίρι και πως να μην πάει καλά αφού ξεκίνησε με AC/DC και International Noise Conspiracy. Τα υπόλοιπα που θα παρακολουθήσω και προτείνω φέτος είναι τα εξής:
- Ojos De Brujo στο Θέατρο Λυκαβηττού στις 17 Ιουνίου. Όλη η μπάντα αυτή τη φορά, όχι όπως πέρυσι…
- Kosmos Festival στον Ιππικό Όμιλο στο Γουδί στις 30 Ιουνίου και στη 1 Ιουλίου απο τον Κόσμο 93,6 με τον ταλαντούχο κύριο Nicola Conte και τον Solomon Burke την πρώτη μέρα και με τους Bajofondo και Dub Inc την επόμενη. Και άλλους βέβαια αλλά δεν με αποσχολούν.
- Και για να μην ξεχνάμε και την παράδοση μας ο Paul Weller προσγειώνεται στο Θεάτρο Βράχων στις 14 Ιουλίου. Άντε για να κλείνω και τον κύκλο των δεινοσαύρων σιγά σιγά. Και να μην έρθετε σαν λέτσοι σε αυτόν.
- Πατριώτες, να μην αγνοήσουμε να παραβρεθούμε μαζικά, περιφρουρημένα, οργανωμένα και στο Resistance 2009 της Κ.Ο.Ε στη Γεωπονική στις 26, 27, 28 Ιουνίου για τους Fanfare Ciocarlia.
Κατά τα λοιπά κάπου εδώ τριγυρνάνε και Pixies, Ska Cubano, Nine Inch Nails αλλά να μας μείνει και κανά φράγκο στην τσέπη να πιούμε και λίγο βερμούτ στις διακοπές μας. Όσον αφορά το rockwave μόνο Monster Magnet φέτος για τα γούστα μου. Για του χρόνου ας ελπίσουμε να μην υπάρχει στο χάρτη Μαλακάσα και να έχουν χτιστεί εκεί μεζονέτες για το λαό. Πολύ πήγε αυτή η υπόθεση με τιμές, parking, ακυρώσεις, στριμωξίδι και έγινε βαρετή.